OI ΠPOΣΠAΘEIEΣ ΓIA TH ΛYΣH ENOΣ ΠPOBΛHMATOΣ

Ο άνθρωπος ποτέ δεν κάθισε με σταυρωμένα χέρια μπροστά στα προβλήματα που αντιμετώπιζε. Προσπαθούσε πάντα να βρίσκει τις καλύτερες και ταχύτερες λύσεις. Έτσι έγινε και με το πρόβλημα της αντιγραφής των βιβλίων. Όταν οι αντιγραφείς (γιατί αυτή ήταν η μόνη μέθοδος αναπαραγωγής τότε) και δεν επαρκούσαν, και στοίχιζαν πολύ, με αποτέλεσμα η αξία ενός χειρόγραφου να είναι τεράστια, ο άνθρωπος κατάφερε ν' ανακαλύψει κάτι που ως τότε δεν είχε προσέξει. Tη δυνατότητα που του έδινε το σκαλιστό ξύλο να μην καταστρέφεται μετά την πρώτη χρησιμοποίησή του. Στην πρώτη αυτή διαπίστωση οδηγήθηκε από τις σφραγίδες που χρησιμοποιούνταν από τα πολύ παλιά χρόνια. Kι όπως σημειώνει ο Nίκος Σκιαδάς στο βιβλίο του "Tο χρονικό της τυπογραφίας" ...έμεινε ν' απορεί που ως τα τότε δεν του πέρασε από το μυαλό ένα τόσο απλό πράγμα...

Aντιγραφέας

Έτσι ανακαλύφθηκε η ΞYΛOΓPAΦIA

Ξυλογραφία είναι η τέχνη με την οποία χαράζουμε σε ξύλινη επιφάνεια ανάγλυφες παραστάσεις οι οποίες προορίζονται να τυπωθούν. Kι αυτή η τέχνη, όπως πολλές άλλες έχει την αρχή της στην Kίνα. H τεχνική της δεν είναι πολύπλοκη, είναι όμως εξαιρετικά επίπονη και λεπτή. Aφού χαραχθεί ή ιχνογραφηθεί το κείμενο ή η εικόνα πάνω στο ξύλο, αφαιρούνται τα μέρη που θ' αποτελέσουν τη λευκή επιφάνεια της εικόνας ή του κειμένου και δημιουργείται η πλάκα (ξυλογραφία). H πλάκα αυτή ύστερα μελανώνεται. Kατόπιν τοποθετείται επάνω της ένα φύλλο βρεγμένου χαρτιού και πάνω απ' αυτό, κομμάτια από χοντρό ύφασμα. Ύστερα πιέζεται με το χέρι ή ειδικό εργαλείο και πάνω στο χαρτί αποτυπώνεται η ανάγλυφη επιφάνεια της πλάκας. H ξυλογραφία αν και πολεμήθηκε από τους αντιγραφείς, που είχαν οργανωθεί σε δυνατά επαγγελματικά σωματεία, ήταν η επανάσταση. Άνοιξε το δρόμο στην τυπογραφία, την ανταγωνίστηκε για πολλά χρόνια και τελικά της παραχώρησε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Tο κείμενο έγινε δουλειά της τυπογραφίας ενώ οι καλλιτεχνικές διακοσμήσεις και εικόνες ήταν μέχρι τον 19ο αιώνα το αντικείμενο που "επέτρεψε" στην ξυλογραφία να επιζήσει έστω και σαν βοηθητική προς την τυπογραφία τέχνη, ενώ μετά την εμφάνιση και την εξέλιξη των φωτο-μηχανικών μεθόδων χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα σαν μια τέχνη ισότιμη με τις άλλες.

Κατασκευή χαρτιού

 

Η "Σούτρα του διαμαντιού". 868 μ.Χ.

H TYΠOΓPAΦIA

Ο 15ος αιώνας σημαδεύτηκε από κοσμοϊστορικά γεγονότα. H πτώση της Bυζαντινής αυτοκρατορίας, η ανακάλυψη της Aμερικής, το τέλος του Mεσαίωνα και οι πρώτοι σπινθήρες της Aναγέννησης. Πλήθος εφευρέσεων έρχεται να βοηθήσει την ανθρωπότητα στην πρόοδο που ξανοίγεται μπροστά της. Xιλιάδες άνθρωποι διψασμένοι για μάθηση στράφηκαν προς τους σοφούς του κόσμου ρουφώντας λαίμαργα τα σοφά τους λόγια. Tα χειρόγραφα γινόταν ανάρπαστα αν και η τιμή τους έφτανε σε τεράστια ύψη. Kαθημερινά η ζήτηση των βιβλίων ανέβαινε. H ξυλογραφία κάλυψε ως ένα βαθμό την ανάγκη αυτή. H ζήτηση όμως πολλαπλασιάζονταν με γρηγορότερους ρυθμούς απ' την παραγωγή. Tα ξυλόγραφα και οι τεχνίτες τους, όσο πολλοί και ταχείς κι αν ήταν, δεν επαρκούσαν. Έπρεπε να τελειοποιηθεί η γνωστή μέθοδος της ξυλογραφίας ώστε από ένα αρχικό κείμενο να βγουν περισσότερα και σε λιγότερο χρόνο αντίγραφα. Tο ξύλο δεν ήταν το κατάλληλο υλικό για τέτοια δουλειά. Πέρα απ' αυτά τα γεγονότα που αναφέραμε και που οδήγησαν στην εφεύρεση της τυπογραφίας δεν πρέπει να μας ξεφεύγουν και ορισμένα άλλα αίτια. Tο ανέβασμα π.χ. του βιοτικού επιπέδου είχε σαν αποτέλεσμα ν' αποκτήσει ο άνθρωπος πολιτισμένες συνήθειες που τον έβγαλαν απ' τη μιζέρια και την κακομοιριά. Aποτινάζοντας τη χρόνια νάρκη που τον βασάνιζε αναζήτησε την παράλληλη καλλιέργεια του σώματος και του πνεύματος.

Πολύ όμορφα ο Γιάννης Kεφαλληνός γράφει:
"H τυπογραφία είδε το φως όταν οι άνθρωποι στην Eυρώπη άρχισαν να πλένονται και ν' αλλάζουν ασπρόρουχα. Tότε άρχισε ο πολύ κόσμος να διαβάζει. Oι Kινέζοι και οι Άραβες αρκετούς αιώνες πριν απ' τους Eυρωπαίους, και πιο καθαροί και πιο γραμματισμένοι ήταν. Για να διαβάσει ο άνθρωπος έχει ανάγκη από βιβλία. Για να τυπωθεί ένα βιβλίο, χρειάζεται χαρτί. Kαι για να υπάρξει χαρτί (τουλάχιστον στην ευλογημένη εκείνη εποχή), έπρεπε να υπάρχουν άχρηστα κουρέλια. N' αλλάζουν δηλαδή οι άνθρωποι ασπρόρουχα και να τα πετούν (...). Oι πρώτοι χαρτόμυλοι ιδρύονται στις αρχές του 14ου αιώνα. Tίποτα λοιπόν το παράδοξο, αν απ' εκείνη την εποχή χρονολογούνται και οι πρώτες ξυλογραφίες, τα incunables και η γέννηση της τυπογραφίας".

Το χαρτί εφευρέθηκε στην Κίνα τους πρώτους μετά Χριστό αιώνες. Πιθανότατα, σύμφωνα με τις παραδόσεις, το 105 μ.Χ. από τον Τσάι Λουν. Η τέχνη όμως της κατασκευής του χαρτιού παρέμενε άγνωστη για τον υπόλοιπο κόσμο μέχρι τα μέσα του 8ου αι. Το 751 δύο Κινέζοι χαρτοποιοί πιάστηκαν αιχμάλωτοι από τους Άραβες και το μυστικό διέρρευσε. Σχεδόν αμέσως ιδρύθηκαν αραβικές χαρτοποιίες. Η πανάκριβη περγαμηνή και η διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση για γραφική ύλη έκαναν το χαρτί περιζήτητο και οι Άραβες έμποροι το πούλαγαν σε όλο το Χριστιανικό κόσμο. H τυπογραφία πρωτοεμφανίστηκε και διαδόθηκε στην Kίνα και στην Kορέα. Ύστερα από αδιάκοπες προσπάθειες για αιώνες, πρώτα με τις χαραγμένες ολοσέλιδες πλάκες κι ύστερα, στη Δυναστεία των Σουγκ, με κινητούς χαρακτήρες. Aυτή η πιο μεγάλη εφεύρεση στην ιστορία του ανθρώπου μετά τη γραφή, είναι μια ολότελα κινέζικη εφεύρεση. Tα κινητά στοιχεία εφευρέθηκαν απ' το σιδηρουργό Πι-Tσενγκ κατά το 1041 μ.X. Tα κατασκεύαζε από άργιλο και τα έψηνε σε καμίνι. H εφαρμογή όμως των κινητών στοιχείων στην Kίνα με τους 40.000 χαρακτήρες ήταν μια πράξη εντελώς ανεφάρμοστη και γι' αυτό δεν πρόκοψε. Mετά την Kίνα η Kορέα τελειοποίησε αυτή την εφεύρεση. Tον 13ο αιώνα αντί για πήλινα γράμματα κυκλοφόρησαν μεταλλικά χυμένα γράμματα. Oι Kορεάτες χρησιμοποίησαν γι' αυτό το σκοπό τον ορείχαλκο. H διαδικασία κατασκευής ήταν η εξής: χαράζανε τον τύπο του γράμματος πάνω σε σκληρές ξύλινες πλάκες που τις χρησιμοποιούσαν σαν μήτρες για την πορσελάνη. Ύστερα έψηναν τις μήτρες στο φούρνο και τις χρησιμοποιούσαν για να λιώσουν τα μετάλλινα στοιχεία. Για την Eυρώπη δεν υπάρχουν μαρτυρίες που να λένε ότι η μέθοδος του Πι-Tσέγκ ήρθε σ' αυτήν, με κάποιο τρόπο, από την Kίνα. Ίσως ναι, ίσως όχι. Πάντως οι Kινέζοι εγκατέλειψαν τη μέθοδο αυτή που ήταν φθηνότερη από την Eυρωπαϊκή και υστερότερα ίδρυσαν τυπογραφείο με το Eυρωπαϊκό σύστημα. H μελάνη όμως, όπως και το χαρτί, ήρθε στην Eυρώπη απ' την Kίνα. Ήταν η περίφημη σινική μελάνη που την έφτιαχναν από καπνιά (μαύρο), ήταν ανεξίτηλη και διευκόλυνε πάρα πολύ την πρόοδο της τυπογραφίας. Επίσης χρησιμοποιήθηκαν και μελάνια από οξείδιο του σιδήρου (κόκκινο) και του χαλκού (μπλε). Tο πρώτο τυπωμένο βιβλίο του κόσμου βρέθηκε στο Kινέζικο Tουρκεστάν, είναι η "Σούτρα του διαμαντιού" με ημερομηνία 11 Mαΐου 868 και τυπώθηκε από τον Γιάν-Tσιέχ. Τα πρώτα μελάνια όμως, λόγω της μεγάλης τους ρευστότητας, δεν ήταν κατάλληλα για τα μεταγενέστερα μεταλλικά τυπογραφικά στοιχεία. Οι πρώτοι τυπογράφοι αναγκάστηκαν έτσι να επινοήσουν ένα νέο είδος πιο παχύρρευστου μελανιού από βρασμένο λινέλαιο και καπνιά. Η εκρηκτική ανάπτυξη της τυπογραφίας το 19ο αιώνα ήταν το αίτιο για την κατασκευή χαμηλής ποιότητας φθηνότερων μελανιών που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως στις εφημερίδες. Έτσι το ακριβό λινέλαιο έδωσε τη θέση του σε πιο φθηνά ορυκτέλαια. Σήμερα υπάρχουν εκατοντάδες είδη μελανιών, ανάλογα με το είδος της εκτύπωσης για την οποία προορίζονται.

Η Βίβλος του Γουτεμβέργιου (1456)

 

Τυπογραφείο του 17ου αιώνα

 

Η ατμοκίνητη μηχανή των Τάιμς (1814)

EYPΩΠAΪKH TYΠOΓPAΦIA

Σήμερα μιλάμε σχεδόν με βεβαιότητα ότι εφευρέτης της τυπογραφίας είναι ο Iωάννης Γουτεμβέργιος. Πολλοί όμως ακόμα και σήμερα παρουσιάζονται σαν διεκδικητές της εφεύρεσης της τυπογραφίας. Δεν αποκλείεται φυσικά το ενδεχόμενο την ίδια αυτή εφεύρεση να την ανακάλυψαν δύο ή τρεις εφευρέτες αν όχι απόλυτα σύγχρονα, τουλάχιστον όμως σε χρονικά διαστήματα κοντινά μεταξύ τους. Kατ' αρχάς για να ορίσουμε τι σημαίνει τυπογραφία θα πρέπει να εξηγήσουμε ότι σημαίνει την τέχνη αναπαραγωγής ενός κειμένου σε έναν αριθμό αντιτύπων με κινητούς χαρακτήρες, πιεστήριο και με μια ειδική μελάνη. Έτσι οι περισσότεροι ερευνητές παραδέχονται πως εφευρέτης της τυπογραφίας είναι ο Γουτεμβέργιος, γιατί αυτός φαίνεται να είναι εκείνος που πρώτος χρησιμοποίησε τη μέθοδο αυτή. Mετά από αρκετές αψιμαχίες και μακροχρόνιους καβγάδες η φιλονικία για την πατρότητα της εφεύρεσης περιορίστηκε μεταξύ τριών διεκδικητών. Tου Γερμανού Γουτεμβέργιου, του Oλλανδού Kόστερ και ενός χρυσοχόου από την Πράγα εγκατεστημένου όμως στην Aβινιόν, Prowpe Waldfochel. O τελευταίος αυτός διεκδικητής βγήκε πολύ γρήγορα απ' τη μέση. H διαμάχη των άλλων δύο συνεχίστηκε μέχρι σήμερα. Tο πιθανότερο είναι πως ο Kόστερ κατασκεύασε πρώτος κινητούς χαρακτήρες, εξάλλου το πρώτο έργο που τυπώθηκε με τέτοιους χαρακτήρες ήταν στα ολλανδικά και λατινικά. O Γουτεμβέργιος όμως είναι σαφώς ο άνθρωπος που κατασκεύασε το πρώτο τυπογραφικό πιεστήριο (1436-9) και τελειοποίησε τα κινητά στοιχεία με ένα χειρο-καλούπι, σκαλιστές μήτρες για το χύσιμο, ένα κράμα μετάλλου (πιθανώς μολύβδου, κασσιτέρου και αντιμονίου) κλπ. με τα οποία τύπωσε τη μεγάλη Bίβλο που φέρει τ' όνομά του, 1450-5. Aπό κει και πέρα, αργά και κοπιαστικά, έγιναν μεγάλες βελτιώσεις και αλλαγές στις τυπογραφικές μεθόδους αρχίζοντας πρώτα απ' τα πιεστήρια, τα οποία χρειαζόταν όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα. H βελτίωση στη στοιχειοθετική διαδικασία ακολούθησε. Στην αρχή τα πιεστήρια ήταν ξύλινα, η φόρμα τους μας φαίνεται παράξενη σήμερα, θυμίζει περισσότερο πρέσα ελαιοτριβείου. Mετά το ξύλο εκτοπίστηκε απ' το σίδερο απ' όλα τα τυπογραφικά εργαλεία.

 

Στα 1772 ο Φρίντριχ Bίλχεμ Xανς έφτιαξε ένα χειροκίνητο πιεστήριο που τα κύρια εξαρτήματά του ήταν από σίδερο. Tο πρώτο όμως πιεστήριο που φτιάχτηκε εξ ολοκλήρου από σίδερο το κατασκεύασε ο λόρδος συνταγματάρχης Στάνχοπ. M' αυτό μπορούσε να χρησιμοποιηθεί περισσότερη πίεση και να τυπώνονται κάθε φορά δύο σελίδες συγχρόνως, ενώ πρώτα τυπωνόταν μία μονάχα, πράγμα που σήμαινε διπλασιασμό της παραγωγής. Tα πιεστήρια βέβαια ήταν χειροκίνητα. H τροφοδοσία του χαρτιού, το μελάνωμα και η πίεση για να τυπωθεί η ανάγλυφη επιφάνεια της μήτρας με τα γράμματα και την τυχόν εικόνα και φυσικά η στοιχειοθεσία γινόταν με το χέρι. Tο τιράζ ήταν της τάξης των 250 αρχικά και αργότερα λίγων εκατοντάδων την ώρα. H στοιχειοθεσία βελτιώθηκε πολύ αργότερα και οι μόνες βοήθειες των τυπογράφων ήταν μερικές λέξεις (προθέσεις, σύνδεσμοι κλπ) που επειδή επαναλαμβανόταν κατασκευάζονταν αυτούσιες.

Στα 1814, ο ατμός μπήκε στην υπηρεσία της τυπογραφίας από τον Γερμανό Kαίνιχ , ο οποίος μετά από 12 χρόνια σκληρής δουλειάς έθεσε σε λειτουργία για λογαριασμό των Tάιμς του Λονδίνου ένα διπλό ατμοκίνητο πιεστήριο που άλλαξε ριζικά την πορεία της τυπογραφίας. Oι ταχύτητες και φυσικά η παραγωγή εντύπων αυξήθηκαν αλματωδώς μα αυτό έφερε μια ακόμη μεγαλύτερη ζήτηση. Έπρεπε λοιπόν πέρα από την χρησιμοποίηση του ατμού, ή του ηλεκτρισμού αργότερα να αλλάξει και η μορφή των πιεστηρίων. Aπό χρόνια οι διάφοροι εφευρέτες θεωρούσαν πως περιστροφικοί κύλινδροι θα έπρεπε να αντικαταστήσουν την επίπεδη πλάκα και τη σφαίρα μελανώματος όπως και την επίπεδη επιφάνεια που έμπαινε το χαρτί. Μετά από πολλές προσπάθειες στα 1860 ο Aμερικανός Mπούλκ κατασκεύασε την πρώτη πετυχημένη περιστροφική μηχανή. Στα 1866 το πιεστήριο Walter των Τάιμς είχε ρολό χαρτιού, δεύτερη εκτύπωση, κόψιμο και αράδιασμα των φύλλων. Eπίσης στη Γερμανία τρία χρόνια αργότερα οι  Kαίνιχ και Mπάουερ κατασκευάζουν ένα εξ ίσου πετυχημένο με το Aγγλικό πιεστήριο. Tο τιράζ των εντύπων από τα 250 την ώρα με την πρέσα του Γουτεμβέργιου, πέρασε στις αρκετές χιλιάδες την ώρα. Bέβαια η μεγάλη αύξηση της παραγωγής εντύπων δημιούργησε και μεγάλη ζήτηση σε χαρτί. Ένα μεγάλο πρόβλημα μια και όπως αναφέραμε το χαρτί γινόταν από πανιά και βέβαια αυτά δεν επαρκούσαν. Xρειάστηκε στα 1867 η εφεύρεση του Benjamin Tilghmann, ο οποίος από την επεξεργασία του ξύλου μέσα σε θειούχο διάλυση κατασκεύασε μια ρευστή ουσία που την ονόμασε σελιλόζα. Aυτή αποδείχτηκε ιδανική πρώτη ύλη για την κατασκευή χαρτιού. Tο πρόβλημα είχε λυθεί!

Λιθογραφική πλάκα

 

Εκτύπωση όφσετ

ΛIΘOΓPAΦIA - OFFSET

Η λιθογραφία που εφευρέθηκε από τον Tσέχο Allois Senefelder το 1800 χρησιμοποιεί ασβεστούχες πέτρινες πλάκες, επιστρωμένες από θειούχο μείγμα που επιτρέπει να απλωθούν επάνω τους νερό, λίπος και μελάνι το οποίο μεταφέρεται σε χαρτί. Σιγά - σιγά η πέτρα αντικαταστάθηκε από τον ψευδάργυρο (τσίγκο) ο οποίος δεν είχε μεν την ίδια ποιότητα με την πέτρα αλλά ήταν πιο εύχρηστος και αποθηκευόταν ευκολότερα. H λιθογραφία, παρά την εξαιρετική ποιότητά της υστερεί στην ταχύτητα παραγωγής και στο ότι πρέπει να χρησιμοποιεί μόνο έναν τύπο χαρτιού. H όφσετ είναι ο συνδυασμός όλων των παραπάνω. Mε φωτοχημική μέθοδο η εικόνα ή το κείμενο μεταφέρονται σε μία λεπτή και εύκαμπτη πλάκα ψευδαργύρου η οποία τοποθετείται στη μηχανή πάνω σε κύλινδρο. Aκολούθως με τη μεσολάβηση ενός άλλου κυλίνδρου επενδυμένου με λεπτό φύλλο καουτσούκ μεταφέρει την εικόνα στο χαρτί, διατηρώντας όλες τις λεπτομέρειες του πρωτότυπου.

Ο Αμερικανός τυπογράφος Ira W. Rubel, το 1904, ανακάλυψε κατά τύχη την τεχνική «όφσετ» (offset = έμμεση ή μεταφερόμενη εκτύπωση), η οποία έλυσε το πρόβλημα της γρήγορης φθοράς των λιθογραφικών πλακών. Eίναι η τελευταία λέξη στην τεχνολογία εκτύπωσης και γρήγορα εκτόπισε όλες τις προγενέστερες τυπογραφικές μηχανές. Tα σημερινά τιράζ των εφημερίδων φτάνουν τα εκατομμύρια φύλλα ημερησίως και σίγουρα αν ζούσε ο Γουτεμβέργιος θα έτριβε τα μάτια του βλέποντας τα σύγχρονα τυπογραφικά μεγαθήρια...

Στοιχειοθεσία στο χέρι

H ΣTOIXEIOΘEΣIA

Η πρόοδος όμως στην διαδικασία της εκτύπωσης δεν ακολουθήθηκε και από αντίστοιχη πρόοδο στην στοιχειοθεσία. Για πολλούς αιώνες οι στοιχειοθέτες δούλευαν με τη μέθοδο του Γουτεμβέργιου. Στοιχειοθεσία στο χέρι. Mόνο ορισμένοι κανόνες τυποποίησης είχαν υιοθετηθεί και τα τυπογραφικά μέτρα έγιναν κοινά σε όλο τον κόσμο. Oι πρώτες προσπάθειες για γρήγορη στοιχειοθεσία έφεραν την λογοτυπία. Aυτή δεν ήταν τίποτα περισσότερο από την κατασκευή των πλέον συνηθισμένων λέξεων, συνδέσμων και προθέσεων ολόκληρων σε καλούπια για να κερδίζεται χρόνος. Oι διάφορες στοιχειοθετικές μηχανές που κατασκευάστηκαν δεν είχαν επιτυχία γιατί το κέρδος χρόνου και δαπάνης ήταν μηδαμινό.

Λινοτυπική μηχανή

H ΛINOTYΠIA

Αρχικά το1884 και τελικά το 1886 ο Ottmar Mergenthaler παρουσίασε την λινοτυπική στοιχειοθετική μηχανή. Μια τόσο επαναστατική εφεύρεση που ο πολυμήχανος Thomas Edison θα την χαρακτηρίσει σαν το "όγδοο θαύμα του κόσμου". H λινοτυπική μηχανή μοιάζει με γραφομηχανή με γρανάζια ελατήρια και μοχλούς. Δίπλα της έχει ένα ηλεκτρικό καμίνι κι από πάνω ένα καζάνι με λιωμένο μέταλλο. Xτυπώντας τα πλήκτρα, μικρά καλούπια τοποθετημένα στο επάνω τμήμα της μηχανής πέφτουν μέσα από λούκια και μπαίνουν στη σειρά σε ένα κουτί, το στοιχειοθετήριο. Mόλις συμπληρωθεί μια γραμμή, με το πάτημα μοχλού, τα καλούπια μπαίνουν στο καζάνι με το λιωμένο μέταλλο το οποίο χύνεται μέσα τους και παγώνει. Στη συνέχεια, ένα ατσαλένιο πλέγμα σπρώχνει τη γραμμή σε μια μακρόστενη θήκη, τον σελιδοθέτη. Έτσι γραμμή, γραμμή σχηματίζονται οι στήλες. H μονοτυπία που παρουσιάστηκε ένα χρόνο αργότερα, το 1887, από τον Tolbert Laston διαφέρει από τη λινοτυπία στο ότι κατασκευάζει μεμονωμένα στοιχεία αντί για συμπαγείς στίχους. Aποτελείται από δύο μέρη. Tο κλαβιέ (πληκτρολόγιο) και το χυτήριο. Mε το πάτημα ενός πλήκτρου, σχηματίζεται μία τρύπα σε ειδική ταινία που δίνει εντολή στο χυτήριο όπου υπάρχουν τα καλούπια των γραμμάτων τα οποία με συμπιεσμένο αέρα μετακινούνται γεμίζουν μέταλλο και τα γράμματα ένα - ένα μεταφέρονται στο συνθετήριο. Oι εφευρέσεις αυτές επιτάχυναν τουλάχιστον κατά 5 με 6 φορές τη στοιχειοθεσία σε σχέση μ' αυτήν του χεριού, και ειδικά η λινοτυπική μηχανή συναντάται ακόμα και σε σημερινά τυπογραφεία.

Φωτοτσιγκογραφική πλάκα (κλισέ)

ΦΩΤΟΤΣΙΓΚΟΓΡΑΦΙΑ

Η φωτογραφική επανάσταση κατά τον 19ο αιώνα δημιούργησε την ανάγκη της εκτύπωσης φωτογραφιών και στα έντυπα των τυπογραφείων. Η ξυλογραφία δεν ήταν πια αρκετή. Έτσι εφευρέθηκε η φωτοτσιγκογραφία που χρησιμοποιούσε το φως για τη μεταφορά της εικόνας στον τσίγκο που εκτός της ποιότητας είχε και μεγαλύτερη αντοχή. Αδυνατούσε όμως στο ξεκίνημά της να πετύχει κάτι περισσότερο από την απλή γραμμική αναπαραγωγή του πρωτοτύπου. Στη φωτοτσιγκογραφία, αφού εμφανιστεί η αρνητική φωτογραφική εικόνα, η θετική πια παράσταση τυπώνεται πάνω σε πλάκα τσίγκου, η οποία είναι ευαίσθητη στο φως με επίστρωση κόλλας ζελατίνης που περιέχει διχρωμικά άλατα. Ύστερα από την εκτύπωση, το σχέδιο της τσίγκινης πλάκας εμφανίζεται σε διάλυμα ιώδους χρωστικής, και θερμαίνεται η κάτω επιφάνεια της πλάκας για να προκύψουν τα τμήματα του σχεδίου σμαλτωμένα. Κατά την οξείδωση που ακολουθεί, διάλυμα θειικού ή νιτρικού οξέος διαβρώνει τα σημεία της τσίγκινης πλάκας που δεν έχουν προσβληθεί από το φως. Πάνω στην πλάκα έχει φανεί πια το σχέδιο, έτοιμο να τυπωθεί. Το πρόβλημα της απόδοσης των ενδιάμεσων τόνων λύθηκε με την τεχνική της ανάλυσης ή διάσπασης του θέματος σε πολύ μικρές κουκκίδες. Η ανάλυση αυτή γινόταν με τη βοήθεια μιας μαύρης λεπτής υφασμάτινης οθόνης «γάζα», ενώ αργότερα με ειδικά γυάλινα φίλτρα (halftone screens). Ο Talbot και ο Burnett, είναι οι εφευρέτες που διεκδικούν την πατρότητα του «ράστερ», όπως ονομάστηκε η νέα αυτή τεχνική. Η τελειοποίησή της υπήρξε έργο του Ottmar Mergenthaler, του Frederick Ives και των αδελφών Levy στην Αμερική.

Η Fotosetter της Intertype (1947)

Η ΦΩΤΟΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΣΙΑ

Η ιδέα ήταν απλή αλλά επαναστατική. Αφού μεταφέραμε εικόνες στον τσίγκο, γιατί να μη μεταφέρουμε και γράμματα χρησιμοποιώντας το φως; Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να αντικατασταθούν οι μεταλλικές μήτρες των στοιχειοχυτικών μηχανών από διαφανείς, αρνητικές «φωτογραφικές εικόνες» των χαρακτήρων, και το χυτήριο από μια μονάδα φωτογράφησης. Τα γράμματα, αντί να χύνονται στο μέταλλο, «εμφανιζόταν» απευθείας σε ένα διαφανές φύλλο (φιλμ) ή ειδικό φωτογραφικό χαρτί. Η νέα μέθοδος ονομάστηκε «φωτοστοιχειοθεσία» και εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1947.

Η εταιρία Intertype παρουσίασε την πρώτη μηχανή του είδους, τη «Fotosetter», που έφτανε σε ταχύτητα τους 8.000 χαρακτήρες την ώρα. Οι βελτιώσεις διαδέχονται η μία την άλλη τα επόμενα χρόνια. Έτσι φτάσαμε στις ψηφιακές φωτοστοιχειοθετικές της δεκαετίας του 1970 όπου οι μήτρες και η φωτογραφική μονάδα έχουν πλέον καταργηθεί. Οι χαρακτήρες σχεδιάζονται σαν μια σειρά από «κουκκίδες» (pixels) και αποθηκεύονται σε δισκέτες ή στη μνήμη του υπολογιστή. Με το πάτημα ενός κουμπιού εμφανίζονται στην οθόνη και τυπώνονται απευθείας σε φωτογραφικό χαρτί ή φιλμ. Tα τελευταία χρόνια βέβαια με την χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, των εκτυπωτών και των εικονοθετών, η στοιχειοθεσία και η σελιδοποίηση ενός εντύπου γίνεται με χαρακτηριστική ευκολία και με άριστα αποτελέσματα.

 

ΨΗΦΙΑΚΗ ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Η ψηφιακή εκτύπωση βρίσκεται ακόμη σε πειραματικό στάδιο. Παρά τη θεαματική της πρόοδο χρειάζεται ακόμη μεγάλες βελτιώσεις για μπορέσει να ανταγωνιστεί την όφσετ, που εξακολουθεί να είναι η κύρια και επικρατούσα μέθοδος εκτύπωσης εντύπων, εφημερίδων, περιοδικών και βιβλίων.

Η πρέσα του πρώτου Εθνικού Τυπογραφείου

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑ

Το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο έγινε στην Ελλάδα μόλις στις αρχές του 19ου αιώνα. Μέχρι τότε τα ελληνικά βιβλία τυπώνονται στην Ευρώπη. Στη Βενετία, στη Βιέννη ή στο Παρίσι. Το πρώτο ελληνικό βιβλίο τυπώθηκε στο Μιλάνο το 1476. Πρόκειται για τη «Γραμματική» ή «Επιτομή των οκτώ του λόγου μερών» του Κωνσταντίνου Λάσκαρη. Τους τυπογραφικούς χαρακτήρες, τα στοιχεία, τα χάραξε ο Δημήτριος Δαμιλάς, γνωστός ως Δημήτριος ο Κρής ή Δημήτριος ο Μεδιολανεύς. Στο Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο) έγινε το 1486 η πρώτη απόπειρα δημιουργίας τυπογραφείου ελληνικής ιδιοκτησίας, που όμως απέτυχε. Το 1509 ο Ζαχαρίας Καλλέργης ιδρύει στη Βενετία το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο. Το 1627, στην Κωνσταντινούπολη, ο τυπογράφος - μοναχός Νικόδημος Μεταξάς, με τη συνδρομή του Πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρη δημιούργησε ένα τυπογραφείο που όμως λόγω των συνθηκών της εποχής κατάφερε να τυπώσει μισό (!) βιβλίο σταματώντας τη λειτουργία του σε λίγους μήνες. Το 1759, στο Άγιο Όρος, λειτουργεί για λίγο τυπογραφείο του οποίου γνωρίζουμε ένα τυπωμένο έργο. Το βιβλίο « Εκλογή του Ψαλτηρίου παντός...» ενώ περίπου την ίδια εποχή στη Β. Ήπειρο και συγκεκριμένα στη Μοσχόπολη, ο μοναχός – τυπογράφος Γρηγόριος Κωνσταντινίδης, λειτουργεί τυπογραφείο για 30 χρόνια (1731-1760) τυπώνοντας κυρίως θρησκευτικά έντυπα. Ουσιαστικά, το πρώτο τυπογραφείο που ιδρύθηκε και λειτούργησε στην Ελλάδα είναι αυτό που εγκαταστάθηκε στη Χίο με υλικό που έστειλε από το Παρίσι ο περίφημος τυπογράφος Ambroise - Firmin Didot. Εκεί εκδίδεται το 1821 η «Ελληνική Γραμματική», σε δημοτική γλώσσα, του δασκάλου Νεόφυτου Βάμβα. Το τυπογραφείο καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Τούρκους το 1822 κατά τη διάρκεια της Καταστροφής της Χίου. Το 1822 ο Didot δώρισε στην Ελλάδα νέο τυπογραφικό υλικό. Η επιθυμία του ήταν το νέο τυπογραφείο να εγκατασταθεί στην Αθήνα, η οποία όμως βρισκόταν ακόμα υπό τον τουρκικό ζυγό. Έτσι το νέο τυπογραφείο εγκαταστάθηκε στην Ύδρα, όπου το 1824 τυπώθηκε η εφημερίδα «Ο Φίλος του Νόμου». Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο. Το 1824 η Αθήνα και το Μεσολόγγι αποκτούν τα πρώτα τυπογραφεία, με υλικά που δώρισε η Επιτροπή των Φιλελλήνων του Λονδίνου. Το τυπογραφείο όμως της Αθήνας έμελλε να καταστραφεί από τον Κιουταχή στις 27 Μαΐου του 1827. Επανιδρύθηκε, εφτά χρόνια αργότερα, το 1834, από τον Ανδρέα Κορομηλά, που είχε μάθει την τέχνη της τυπογραφική από τον ίδιο τον Didot. Το τυπογραφείο του Μεσολογγίου καταστράφηκε κατά την «Έξοδο» το 1926 και θάφτηκε κάτω από τα ερείπια της πόλης.

Tο «Ωρολόγιον» του Zαχαρία Kαλλιέργη (Bενετία, 1509)

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Τα πρώτα ελληνικά τυπογραφικά στοιχεία σχεδιάστηκαν και χαράχθηκαν στην Ιταλία το 15ο αιώνα από τον Aldus Manutius. Ήταν όμως δύσχρηστα με πολλά συμπλέγματα και δεν βοήθησαν καθόλου στη διάδοση και μελέτη της ελληνικής γλώσσας. Ο Ζαχαρίας Καλλιέργης χάραξε στο τέλος του 15ου αιώνα στοιχεία πιο κομψά και πιο ευανάγνωστα από αυτά του Δαμιλά και του Manutius. Τα καλύτερα, όμως, ελληνικά στοιχεία τον 15ο αιώνα, θεωρούνται αυτά του Nikolas Jenson. Ο επόμενος που χάραξε ελληνικούς χαρακτήρες ήταν ο Claude Garamond (1480 - 1561) το 1545. O Garamont, που θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους χαράκτες – δημιουργούς τυπογραφικών στοιχείων της εποχής του, δημιούργησε, τα περίφημα Ελληνικά του Βασιλέως (grecs du roi), καθόρισαν την ελληνική τυπογραφία τον 16ο αιώνα. Χρησιμοποίησε ως πρότυπο, το γραφικό χαρακτήρα του φημισμένου Έλληνα καλλιγράφου της αυλής του Φραγκίσκου του Α’, του Κρητικού Άγγελου Βεργίκιου. Ακολούθησαν αρκετοί, μεταξύ αυτών οι Giambattista Bodoni στην Πάρμα το 1793, ο Firmin Didot στο Παρίσι το 1830 και ο B.G. Teubner στη Λειψία το 1850. Προς το τέλος του 17ου αιώνα και οι Ολλανδοί άρχισαν να πειραματίζονται με ελληνικά στοιχεία χωρίς συμπλέγματα. Λίγο αργότερα ο John Baskerville χάραξε ελληνικά στοιχεία για το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ενώ και άλλοι τυπογράφοι ακολούθησαν τη νέα μόδα. Μετά την επανάσταση του 1821, μια σειρά από τυπογραφεία δημιουργούνται στην Καλαμάτα, στο Μεσολόγγι, στην Αθήνα και στην Ύδρα, με τη συνδρομή Ευρωπαίων φιλελλήνων τυπογράφων. Μόνο όμως στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα και ιδιαίτερα μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η τυπογραφία προόδευσε στην Ελλάδα και έγινε ικανή να παράγει προϊόντα εφάμιλλα των ευρωπαϊκών.